Βρετανία: «Πράσινο» φως της κυβέρνησης για δημοσιοποίηση εγγράφων για τον διορισμό του Άντριου
Σάλος έχει προκληθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο μετά τις λεπτομέρειες που βλέπουν το φως της δημοσιότητας για τη δράση του έκπτωτου πρίγκιπα.
Τη συγκατάθεσή της έδωσε η βρετανική κυβέρνηση στην απόφαση του κοινοβουλίου να δημοσιοποιηθούν τα έγγραφα που αφορούν στον διορισμό του Άντριου Μαουντμπάτεν-Γουίντσορ ως εμπορικού απεσταλμένου.
Ο υπουργός Εμπορίου, Κρις Μπράιαντ, απαντώντας σε πρόταση των Φιλελεύθερων Δημοκρατών που ζητούσε τη δημοσίευση των εγγράφων, επιβεβαίωσε ότι θα δημοσιοποιηθούν, αλλά ότι αυτό δεν θα συμβεί μέχρι να ολοκληρωθεί η αστυνομική έρευνα για τον πρώην πρίγκιπα.
«Η κυβέρνηση, φυσικά, θα συμμορφωθεί πλήρως με τους όρους. Όπως είπα, υποστηρίζουμε την πρόταση. Αλλά όπως γνωρίζει η Βουλή, βρίσκεται σε εξέλιξη αστυνομική έρευνα για τον πρώην Δούκα της Υόρκης μετά τη σύλληψή του ως ύποπτος για ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσιο αξίωμα» ανέφερε ο Μπράιαντ. «Όπως ορθώς είπε η αστυνομία, είναι απολύτως ζωτικής σημασίας να προστατευθεί η ακεραιότητα της έρευνάς τους. Θα ήταν λάθος εκ μέρους μου να πω οτιδήποτε θα μπορούσε να τους προκαταλάβει» συνέχισε.
«Ούτε η κυβέρνηση θα μπορεί να δημοσιοποιήσει οτιδήποτε απαιτείται από την αστυνομία για τη διεξαγωγή των ερευνών της, εκτός εάν και μέχρι η αστυνομία να μείνει ικανοποιημένη» κατέληξε στην ομιλία του.
Όταν Μπραντ ζήτησε την απόλυση του Άντριου
Ο έκπτωτος πρίγκιπας κατείχε τον ρόλο του «ειδικού εκπροσώπου για το διεθνές εμπόριο και τις επενδύσεις» μεταξύ 2001 και 2011, παρέχοντάς του προνομιακή πρόσβαση σε ανώτερες κυβερνητικές και επιχειρηματικές επαφές σε όλο τον κόσμο. Οι κατηγορίες που τον βαραίνουν είναι, μεταξύ άλλων, και οι πληροφορίες που έδινε στον Έπσταϊν αναφορικά με στρατιωτικές βάσεις στο Αφγανιστάν.
Υπενθυμίζεται ότι ως βουλευτής της αντιπολίτευσης των Εργατικών, το 2011, ο Μπράιντα ήταν εκείνος που είχε αιτηθεί την απόλυση του Μαουντμπάτεν-Γουίντσορ από τη θέση του απεσταλμένου για το εμπόριο περιγράφοντας τον πρώην πρίγκιπα ως έναν «αγενή, αλαζόνα και αναξιοπρεπή άνθρωπο» που δεν μπορούσε να διακρίνει μεταξύ του δημόσιου συμφέροντος και του δικού του.
«Αν υπάρχουν πράγματα που είναι ενοχλητικά για την κυβέρνηση, ποιος νοιάζεται; Θέλω να βεβαιωθώ ότι θα καταλήξουμε να αποδοθεί δικαιοσύνη για τα θύματα», είπε.
Όταν ρωτήθηκε για την υπεράσπισή του στην υπόθεση Μαουντμπάτεν-Γουίντσορ κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης, τόνισε: «Πρώτα απ 'όλα, θα ήθελα να ζητήσω συγγνώμη από όλα τα θύματα του Έπσταϊν που μπορεί να διάβασαν αυτά τα λόγια και να αναστατώθηκα. Λυπάμαι πραγματικά».
Είπε ότι «δεν είχε πραγματικά ξεπεράσει το όριο» και πρόσθεσε ότι δεν υπήρξε κανένας βουλευτής που να ανέφερε τον Έπσταϊν σε αυτή τη συζήτηση. «Νομίζω ότι αυτό λέει μια ιστορία για το πώς το κοινοβούλιο και οι βουλευτές δεν θεωρούν τη βασιλική οικογένεια, δεν θεωρούν τον [πρώην] πρίγκιπα Άντριου σε αυτή την πραγματικά προνομιακή θέση, να λογοδοτεί δεόντως».